ἔστ' ἦμαρ ὅτε Φοίβος πάλιν ελεύσεται καὶ ες αεί ἔσσεται


    Ο γεωργός που έγινε σοφός...

    Μοιραστείτε
    avatar
    Διογένης
    Ζευς
    Ζευς

    Αριθμός μηνυμάτων : 182
    Ημερομηνία εγγραφής : 09/08/2011
    Ηλικία : 92

    Ο γεωργός που έγινε σοφός...

    Δημοσίευση από Διογένης Την / Το Παρ Μαϊος 25, 2012 4:15 pm


    Και έτσι ήρθε η ώρα να γίνω αφηγητής σε άλλο ένα παραμύθι που μου το είχε πει ο παππούς μου, και εκείνου ο παππούς του και ούτω καθεξής που πάει τόσο μακριά τόσο παλιά όσο των γερασμένων βράχων η όψη...



    Στο βασίλειο του Υψωτή των νομων οι μέρες κυλούσαν όμορφα γεμάτες ευτυχία, πλήθους ενάρετων ανθρώπων κατοικούσαν μα ως ενάρετοι που ήταν αναζητούσαν γνώση και αξίωναν τους σοφούς. Έτσι και ο Ζητόνων ήταν ένας νεαρός που αναζητούσε την γνώση και διαρκώς έψαχνε τον τρόπο ώστε να αξιωθεί ανάμεσα στους σοφούς. Είχε ακουστά για έναν μεγάλο σοφό με τεράστιο μέτωπο που όλοι θαύμαζαν και σέβονταν και ξεκίνησε για να τον επισκεφτεί. Νεαρός στην ηλικία ο Ζητόνων και δυνατός τίποτα δεν στάθηκε εμπόδιο και αμέσως ξεκίνησε για να βρει τον σοφό εκείνο που πολλά από τα δημιουργήματα του είχε διαβάσει.

    Όταν λοιπόν έφτασε είδε πόλους να τον περιτριγυρίζουν και έτσι δύσκολο ήταν να φτάσει η ώρα του να του μιλήσει καθώς σαν περίμενε την σειρά του μέρες ολόκληρες μπορούσε να περιμένει και σκεφτικός κάθισε σε μιαν άκρη. Σε μια στιγμή όρθιος σηκώθηκε και ανέβηκε πάνω σε ένα πήλινο δοχείο που μέσα του είχε πλήθους μηνυμάτων γραμμένα σε όστρακα από τους θαυμαστές του σοφού που άφηναν εκεί ως ευχαριστήριο για τις απαντήσεις που είχαν λάβει.. Έτσι ο Ζητόνων πατώντας στο καπάκι που το έκλεινε εστάθηκε επάνω τους ως άγαλμα και με όλη την δύναμη της φωνής του ζήτησε από το πλήθος να τον πλησιάσουν. Και το πλήθος πλησίασε ως πρόβατα τον βοσκό τους, <<Ακούστε άνθρωποι καλά, έρχομαι από μακριά από την πόλη του χρυσού και από την χωρα του ουρανού, στον δρόμο που ερχόμουν είδα θεούς σε μέρος καθισμένους, και γύρω τους ταξιδιώτες θαύμα ζητούσαν για να δουν και σημάδια περιμένουν. Τότε ένας ένας έκανε ευχή και οι θεοί μπορούσαν τα πάντα να τους δώσουν ως δώρο στην ζωή,είδα πολλούς να φεύγουνε γεμάτοι από χρυσάφι και άλλους πάλι έβλεπα να παίρνουν δώρα αγκάλη. Κανένας δεν έφευγε δίχως ευχή να κάνει και άλλος από φτωχός πλούσιος γινόταν και άλλος από κουτσός αμέσως γιατρευόταν. Αν σας λέω ψέματα αμέσως να γίνουνε τούτα τα όστρακα φωτιά και να με καταπιούνε, δεν είναι μακριά λίγη ώρα δρόμος και θα δείτε όλοι ότι αλήθεια λέω>>.

    Ένας ένας έφευγαν οι άνθρωποι τριγύρω και τότε ο σοφός απόμεινε μοναχος, <<Σοφέ μου επιτέλους μπορώ να σε πλησιάσω δίχως σορό οι άνθρωποι εσένα να μου κρύβουν>> και ο σοφός ήρεμος και γελαστός του απαντάει <<Εσύ νεαρέ που τους ανθρώπους εξαπάτησες με ένα ψεύτικο ειρμό τι θέλεις από μένα>>, <<Δάσκαλε μου και σοφέ ψέματα δεν είπα διότι εκεί που τους έστειλα όσα είπα βρήκαν. Εκεί ένας θίασος κάνει παράσταση μεγάλη και κωμικός ο συγγραφεύς θεούς μας σατιρίζει και έτσι δείχνει τους θεούς ευχές να κάνουν πράξη και ο κόσμος γελαστός χειροκροτά με τάξη, οποτε δάσκαλε σοφέ και ξακουστέ συνάμα ψέμα ποτε δεν είπα μα την αλήθεια λέω, μονάχα ξέχασα να πω ότι παράσταση είναι και σαν παράσταση καλή θα δούνε μέγα θαύμα>>. Και ο σοφός γέλασε και ευχαριστημένος από τον μυθοπλάστη του λέει <<ότι ζητείς συ νεαρέ μου μυθοπλάστη πες μου με μια να σου το κάνει ως χάρη>> <<Δάσκαλε αναζητώ τρόπο να βρω για να μπορέσω σοφός να γίνω, να γράφω λόγους σοφούς και ξακουστός να γίνω>>, <<Τότε νεαρέ μου να ξέρεις ότι μπορείς μα θέλει κόπο, και θα σου πω εγώ τον δύσκολο τον τρόπο, χάρισμα έχεις από τους θεούς μύθους μπορείς να φτιάχνεις μα πρέπει έτσι να μπορείς τον τρόπο να διδάξεις διότι σοφός είναι και ο δόλιος μυθοπλάστης>> και έτσι ο σοφός διακρίνοντας το χάρισμα του νέου του λέει σοβαρά και απαιτητικά συνάμα <<Θα πας σε ένα βουνό που λίγοι εκεί θα μένουν,θα χτίσεις σπίτι ξύλινο, θα φτιάξεις χωράφι τρυφερό και ύστερα θα το φυτέψεις, σε έναν χρόνο από σήμερα εγώ εκεί θα έρθω, να φάω από το καλούδια σου σε γεύμα από σένα και θα σου δώσω συμβουλή που εύκολα θα καταλάβεις μα κανε ότι σου πω και γρήγορα, μην κάτσεις>>.

    Και ο Ζητόνων έφυγε ευχαριστώντας τον σοφό του, μα με απορία στο κεφάλι του διότι ο σοφός του είπε να γίνει γεωργός πως θα καταφέρει χτίζοντας, φυτεύοντας και μαγειρεύοντας σοφός και αυτός να γίνει. Και έτσι βρήκε ένα βουνό που λίγοι κατοικούσαν έχτισε σπίτι ξύλινο όπως ο σοφός του είπε, κοντά στο σπίτι ξεκίνησε να φτιάχνει το χωράφι πέτρες καθάριζε και αγριάδες και όταν το χώμα έγινε μαλακό και αφράτο σπόρους έριξε και άρχισαν να βγαίνουν. Πλέον η ζωή του ήταν διαφορετική και πάσχιζε καθημερινά το χωράφι δεν το είχε καθαρίσει καλά και οι πέτρες εμπόδιζαν μερικά φυτά και ύστερα από τα φυτά του μερικά από το βάρος πλάγιαζαν και σαν να μην έφταναν όλα αυτά το ξύλινο σπίτι άρχισε να σαπίζει από την υγρασία. Σκέφτηκε να ζητήσει βοήθεια από κάποιον μα το μέρος ήταν κάπως έρημο και λιγοστοί εκεί διέμεναν οπότε δύσκολο ήταν να βρει κάποιον κοντά του και συμβουλές να πάρει. Ο καιρός περνούσε και ήρθε η ώρα να βγάλουν καρπό τα φυτά του μα μερικά ήταν πλαγιαστά και άλλα μικρά και άγουρα και αυτός δεν προλάβαινε για όλα γιατί το σπίτι του το ξύλινο πολύ δουλειά ζητούσε μια η υγρασία το σάπιζε και μια τα έντομα τρυπούσαν και αυτός ολημερίς αγώνα έδινε μια στο χωράφι μια στο σπίτι.

    Ο χρόνος πέρασε πολύ γρήγορα για τον νεαρό γεωργό μας και ήρθε η στιγμή γεύμα καλο να φτιάξει διότι ο σοφός ερχότανε όπως το είχε τάξει. Ο σοφός σαν έφτασε στον προορισμό του, τραπέζι γεύμα αντάξιο ο νεαρός ετοίμαζε και τον καλοδεχόταν, και κάτσανε και φάγανε και ήπιαν οίνο γλυκερό, χόρτασαν και κάθισαν στο σκιερό του μέρος και με υπομονή ο Ζητόνων περίμενε την ώρα που ο σοφός ο δάσκαλος την συμβουλή θα δώσει.

    Ο σοφός τον ρώτησε αν κατάλαβε γιατί του είχε δείξει τέτοιον δρόμο ώστε πρώτα γεωργός να γίνει για να φτάσει στην σοφια, μα ο καημένος ο Zητόνων εκτος από εικασίες για τίποτα δεν ήταν σίγουρος και καταφατικά απάντησε. <<Σε έστειλα σε ένα βουνό που έρημο να είναι, έτσι και σαν σοφός βουνό πρέπει να΄ανέβεις, και σε τούτο το βουνό που οι σοφοί περνάνε δεν είναι και πολλοί να δίνουν συμβουλές σε εκείνους που ζητάνε, έτσι λοιπόν μόνος σου θα πρέπει να ανέβεις εκείνο το βουνό που οι σοφοί σε βάζουν να παιδεύεις.Και όπως είναι μοναχικό το μέρος σου νεαρέ μου, έτσι είναι και η ζωή του κάθε μας σοφού μας διότι ας έχει διπλα του χιλιάδες να διδάσκει μέσα του είναι μονος του και δύσκολα τα βγάζει>> και συνεχίζοντας λέει <<λοιπόν καλε μου νεαρέ όμορφε μυθοπλάστη, επίτηδες σπίτι ξύλινο υπέδειξα να φτιάξεις διότι έτσι και ο λόγος σου ποτε σου να μην είναι που εύκολα σαπίζει και εύκολα σαν έντομα τρυπώνουν, μονάχα να είναι σταθερός σαν πέτρινος να είναι, βάσεις να έχει δυνατές ώστε να κρατούνε αιώνια και όχι να χαθούνε. Βλέπεις το χωράφι σου μέσα έχει πέτρες γιατί καλά δεν το καθάρισες και τα φυτά σου βγαίνουν αλλου μεγάλα δυνατά και αλλού αδύναμα και άσχημα καχεκτικά σαν είναι, έτσι και ο λόγος σου να είναι καθάριος μην του αφήνεις τίποτα να τον δυσκολεύει και οι πέτρες είναι οι σκέψεις σου στον λόγο που θα βάζεις οποτε να τις αφαιρείς όσες κακό σου κάνουν. Βλέπεις και εκείνα τα φυτά που είναι ξαπλωμένα, ήθελαν υποστύλωση για να σταθούν σαν ένα, έτσι και λόγος σου να μην είναι τόσο δα πεσμένος να τον υποστυλώνεις, εξ΄αρχής να είναι μεγαλωμένος διότι σαν δεν το προσέξεις το χωράφι έτσι και ο λόγος μες στις ψυχές θα μεγαλώνει στραφεί, να είναι ο λόγος σου βαρύς σαν πέτρινο το σπίτι να είναι καθαρός δίχως βρωμιές και πέτρες και να μπορείς να τον δικαιολογείς όπως τα φυτά που θέλουν υποστύλωση, αυτή είναι η συμβουλή μου νεαρέ και κανε την έτσι πράξη να φτάσεις τους σοφούς και των θεών την χάρη>>. Και όντως ο νεαρός όλα τα κατάλαβε και είδε ξεκάθαρα πως πρέπει να κάνει τον λόγο του να είναι ο σοφότερος, μα μια ερώτηση του κάνει <<Σοφέ μου σεβαστά και ένδοξα όσα είπες μα από ότι κατάλαβα δίχως συμβολισμούς ποτε σου δεν κινήσε, το γεύμα που ετοίμασα που αποσκοπούσε>>. <<Μα βρε καλε μου άνθρωπε ολόκληρο ταξίδι έκανα για να έρθω σε εσένα, νηστικό θα μ΄άφηνες τον γέροντα εμενά, τον Ξένιο Θεό να μην τον σεβαστούμε και ούτε την ιερή φιλοξενία που αγαπούμε>> Το κεφάλι του Ζητόνων κουνήθηκε θετικά και γελαστά, και δίκιο του είπε πως είχε μα νόμιζε πως και αυτό θα ήτανε συμβολικό. Και τότε ο σοφός ο γέροντας γελάει και του λέει <<Έτσι και στον λόγο σου θεούς να τους τιμάς, τα ιερά και θεία ποτέ να μην ξεχνάς, και όπως γεύμα έφτιαξες με τον δικό σου κόπο ποτέ να μην ξεχνάς τα θεία να θυμάσαι διότι αν λείπουν από τον λόγο σου, δείπνο δίχως χαρά θα είναι, και ως τα ζώα τρέφονται με του βόσκου τους την τροφή έτσι λοιπόν και ο λόγος σου στο τέλος να μην γίνετε για ζώα η τροφή>>
    Διογένης κορίνθιος

      Η τρέχουσα ημερομηνία/ώρα είναι Δευ Οκτ 23, 2017 12:57 am